Δείτε Γρήγορα:
Home / ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ / Κάστρα και Πύργοι της Εύβοιας
Κάστρα και Πύργοι της Εύβοιας

Κάστρα και Πύργοι της Εύβοιας

Τώρα που φθινοπώριασε ξεκινούν οι ορεινές εξορμήσεις και η Εύβοιά μας είναι γεμάτη από Κάστρα ,Πύργους και παλάτια. Ας γνωρίσουμε μερικά από αυτά και ξεκινώντας με το

Κάστρο Αγίου Γεωργίου Κύμης ή Κάστρο Χηλής

Πρόκειται για Βυζαντινό κάστρο που είναι άγνωστο για το πότε ακριβώς κτίστηκε. Τον 13ο αιώνα έγιναν κάποιες τροποποιήσεις και ενισχύσεις της οχύρωσης.
Βρίσκεται σε έναν απόκρημνο βράχο βόρεια της Κύμης στην Εύβοια, πάνω από το χωριό Χηλή και τη Μονή Σωτήρος.Λόγω της περίοπτης θέσης του, χρησίμευε και σαν φρυκτωρία, για την μετάδοση σημάτων με φωτιές προς τη Σκύρο, τις Σποράδες, το Άγιο Όρος, αλλά και προς το Αυλωνάρι, στο εσωτερικό της Εύβοιας.

Το κάστρο ανακαινίστηκε από τον ιππότη Λικάριο που ήταν ο κύριος της περιοχής για μια περίοδο 20 ετών περίπου.
Ο Λικάριος (ή Ικάριος) ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα του τέλους του 13ου αιώνα. Ήταν Φράγκος ταπεινής καταγωγής γεννημένος στην Κάρυστο από πατέρα Ιταλό και μητέρα Ελληνίδα. Φιλόδοξος και ικανότατος, μετά από πολλές προσωπικές περιπέτειες, τέθηκε στην υπηρεσία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου. Σημειώνοντας σημαντικές επιτυχίες για λογαριασμό του Βυζαντίου, ανταμείφθηκε παίρνοντας σαν φέουδό του την Εύβοια.

Το κάστρο σήμερα είναι ερειπωμένο. Διασώζονται μέρη των τειχών ,σε ύψος μέχρι 4 μέτρων, που είναι τόσο από τη Βυζαντινή περίοδο (στο κάτω μέρος) όσο και από τη Φραγκοκρατία. Διακρίνονται επίσης υπολείμματα τετράγωνων πύργων και μια δεξαμενή νερού. Πάντως, σε μεγάλο βαθμό, η οχύρωση του κάστρου είναι φυσική, λόγω του βραχώδους του εδάφους και της απόκρημνης θέσης.

Στον περίβολο του κάστρου υπήρχε το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου που έδωσε το όνομά του στο κάστρο. Όταν το κάστρο ερημώθηκε, το εκκλησάκι ξανακτίστηκε από τους μοναχούς της γειτονικής Μονής Σωτήρος.

Πύργος Αυλωναρίου

O ενετικός πύργος Αυλωναρίου που συντηρήθηκε και αναπαλαιώθηκε το 1953, είναι ίσως ο πιο καλοδιατηρημένος φράγκικος πύργος της Εύβοιας.
Toν πύργο χρησιμοποιούσαν οι Ενετοί ως κέντρο ενός συστήματος οπτικού τηλεγράφου και είχε ανταπόκριση με άλλους παρόμοιους πύργους που έχουν διασωθεί σε μέτρια η κακή κατάσταση.

Στις αρχές του 14ου αιώνα η περιοχή πέρασε υπό τον έλεγχο των Καταλανών του Δουκάτου των Αθηνών. Τότε δημιουργήθηκε εκεί η διοικητική περιφέρεια Καπιτανέους Αβαλόνε από την οποία πήρε το όνομα του το σημερινό Αυλωνάρι.

Οι Τούρκοι ήρθαν στο Αυλωνάρι, όπως σε όλη την Εύβοια, το 1470 και πιθανότατα να αξιοποίησαν τον πύργο σαν κατοικία κάποιου Αγά.

Μετά την απελευθέρωση, μία ομάδα Βαυαρών στρατιωτών ήρθε και εγκαταστάθηκε στον Πύργο για να διαπιστώσει αν αξίζει να διατηρηθεί ή αλλιώς να κατεδαφιστεί. Επειδή τον βρήκαν ακέραιο και κατοικήσιμο τον επισκεύασαν. Όταν οι Βαυαροί αποχώρησαν, χρησιμοποιήθηκε σαν Δημαρχείο του Δήμου Δυστίων.

Tα παράθυρα βρίσκονται στο μεσαίο και άνω τμήμα του πύργου, ενώ το κατώτερο τμήμα έφερε μόνο θυρίδες ελαφρών όπλων. Η τοιχοδομία του είναι από ακατέργαστους λίθους με πολλά μικρά κεραμίδια στα διάκενα.Οι διαστάσεις του είναι 8.10μΧ8.05μ και έχει ύψος 19 μέτρα.

Κάστρο Ποτίρι Ή Κάστρο Οκτωνιάς

Σε βραχώδες ύψωμα στα νοτιοδυτικά του όρους Οκτωνιά, στη μέση της διαδρομής Αυλωναρίου – Οκτωνιάς, βρίσκεται το βυζαντινό και φραγκικό φρούριο, το Ποτίρι. Το κάστρο κτίστηκε στα βυζαντινά χρόνια και διατηρήθηκε μέχρι την τουρκοκρατία, οπότε εγκαταλείφθηκε. Σήμερα σώζονται πολύ λίγα πράγματα από το κάστρο.

Στο σημείο υπήρχε κάστρο από τα Βυζαντινά χρόνια. Το 1205 η περιοχή και το κάστρο κατελήφθη από τους Φράγκους οι οποίοι το ενίσχυσαν. Η κυριαρχία τους αμφισβητήθηκε σοβαρά από τον ιππότη Λικάριο (Ικάριος κατά τους Βυζαντινούς), ο οποίος είχε γεννηθεί στην Κάρυστο από Λομβαρδό πατέρα και Ελληνίδα μητέρα. Ο φιλόδοξος και εκδικητικός Λικάριος, επειδή οι Φράγκοι ευγενείς είχαν ακυρώσει το γάμο του με τη Φελίζα, μια χήρα ανώτερης τάξης, είχε αποσυρθεί σε ένα φρούριο στο Κάβο Ντόρο, με την επωνυμία «Ανεμοπύλαι», το οποίο επισκεύασε και έκανε ορμητήριό του. Δοθείσης ευκαιρίας, τέθηκε στην υπηρεσία του Βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου και στράφηκε εναντίον των Φράγκων.

Το 1272/1273 ο Λικάριος επικεφαλής μιας Βυζαντινής δύναμης και με τη βοήθεια Γενοβέζων αλλά και του ελληνικού πληθυσμού, άρχισε επιδρομές εναντίον των φράγκικων κτήσεων, και σύντομα έπεσαν στα χέρια του πολλά κάστρα. Μεταξύ αυτών και το κάστρο Ποτίρι.
Οι Φράγκοι του νησιού ζήτησαν βοήθεια από το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και από τους Ανδεγαυούς του βασιλείου της Σικελίας. Η παρέμβαση αυτή πέτυχε την ανακατάληψη των κάστρων. Μαζί με αυτά και το Ποτίρι. Μετά τη ναυμαχία της Δημητριάδας το 1276 όμως ο Λικάριος επανήλθε και ανακατέλαβε όλα τα κάστρα της Εύβοιας εκτός από τη Χαλκίδα.
Στη συνέχεια σημείωσε και άλλες νίκες εναντίον των Φράγκων και το 1280 μετέβη εν δόξει και τιμή στην Κωνσταντινούπολη. Από τότε όμως δεν ξανακούστηκε.

Οι Φράγκοι οργανώθηκαν και τελικά μέχρι το 1296 κατάφεραν να διώξουν όλες τις Βυζαντινές φρουρές από το νησί και ξανάγιναν κυρίαρχοι της Εύβοιας.
Το 1470, με την άλωση της Χαλκίδας, η Εύβοια έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Επί Τουρκοκρατίας το Ποτίρι δεν χρησιμοποιήθηκε και εγκαταλείφθηκε.

Σήμερα σώζονται τείχη, ερείπια δεξαμενών, τοίχοι σπιτιών, το εξωτερικό τείχος του κάστρου σε πολλά μέρη, καθώς και ένας τοίχος μισογκρεμισμένου πύργου στην ανατολική πλευρά.Το σχήμα του περίβολου του είναι μακρόστενο και ακανόνιστο, μήκους 47 μέτρων περίπου και πλάτους 25 μέτρων.Στο ψηλότερο μέρος του βράχου σώζεται το μισό της δεξαμενής, που ήταν ασβεστόκτιστη και επαλειμμένη με κορασάνι.Μέσα στο κάστρο σώζεται η εκκλησία της Παναγίας, βυζαντινή, η οποία ερημώθηκε κατά τη φραγκοκρατία.

Πύργος Βασιλικού

Στο Βασιλικό της Εύβοιας, σε μικρή απόσταση από το κέντρο του χωριού, δεσπόζει ένας ογκώδης τετράγωνος πύργος από τους μεγαλύτερους της Εύβοιας, ο οποίος ανακαινίστηκε πρόσφατα (2010) και βρίσκεται πλέον σε πολύ καλή κατάσταση.

Μετά την άλωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Σταυροφόρους το 1204, στην Εύβοια εγκαθιδρύεται ένα ιδιότυπο φεουδαρχικό σύστημα. Το νησί χωρίζεται σε τρία τιμάρια που διοικούνται από τους ‘τριτημόριους’ , υποτελείς του Λατίνου αυτοκράτορα. Προοδευτικά ωστόσο η εξουσία περνάει στην Βενετία και τον αντιπρόσωπό της τον Βάιλο. Το Νεγκροπόντε, Χαλκίδα, αναδεικνύεται σε σημαντικό κόμβο του διεθνούς εμπορίου και η Εύβοια γνωρίζει περίοδο δημογραφικής και οικονομικής ακμής.
Μάρτυρες αυτής της ευημερίας είναι τα πολυάριθμα θρησκευτικά και κοσμικά μνημεία που διατηρούνται σε όλες τις περιοχές του νησιού. Η περίοδος αυτή λήγει με την οθωμανική κατάληψη, επιστέγασμα της οποίας είναι η σκληρή πολιορκία και πτώση του Νεγκροπόντε το 1470.

Ένας τυπικός πύργος της Εύβοιας αυτής της εποχής, έχει έντονα αμυντικό χαρακτήρα, είναι η έδρα του ευγενούς στον οποίο παραχωρήθηκε η γύρω περιοχή σε αντάλλαγμα στρατιωτικής υπηρεσίας. Στο ισόγειο αποθηκεύεται η αγροτική παραγωγή από τα κτήματα που καλλιεργούν οι πάροικοι. Στον πρώτο όροφο συναθροίζονται ο φεουδάρχης και οι υποτελείς του, ενώ οι υπηρέτες, οι τεχνίτες, οι αγρότες και η φρουρά ζουν γύρω από τον πύργο για λόγους προστασίας.

Ο Πύργος του Βασιλικού, σε καίρια θέση του οικισμού, έχει τετράγωνη κάτοψη με μήκος πλευράς περίπου 8,20μ. Πριν την αποκατάσταση διέσωζε μόνο τους περιμετρικούς τοίχους, που διατηρούνταν ακέραιοι σε όλο τους το ύψος (17,50μ), μέχρι και τις επάλξεις. Αφού στερεώθηκαν οι τοίχοι, αποκαταστάθηκαν εσωτερικά τα τέσσερα επίπεδα με την κατασκευή ξύλινων δαπέδων. Επιπλέον, κατασκευάσθηκε μία απλή και λειτουργική στέγη, αφού η αρχική μορφή της δεν ήταν γνωστή.

Καθώς ο πύργος διατηρούσε την αυθεντική του είσοδο στον πρώτο όροφο σε ύψος 7μ., όπου η πρόσβαση τότε γινόταν με ξύλινες κλίμακες, κατασκευάσθηκε εξωτερικό μεταλλικό κλιμακοστάσιο για να εξασφαλιστεί η πρόσβαση των επισκεπτών στο εσωτερικό. Οι κατασκευές που εξυπηρετούσαν τις οικιστικές ανάγκες του φεουδάρχη και των ενοίκων, όπως η εστία, το προσκυνητάρι και το αποχωρητήριο-καταχύστρα συντηρήθηκαν και αποκαταστάθηκαν.

Προκειμένου ο πύργος να λειτουργήσει όχι μόνο ως επισκέψιμο μνημείο, αλλά και ως κέντρο πληροφόρησης για την οχυρωματική αρχιτεκτονική της Εύβοιας την περίοδο της λατινοκρατίας, οργανώθηκε οπτικοακουστική έκθεση με ενδιαφέρουσες πληροφορίες τόσο για τον πύργο του Βασιλικού όσο και για τους σημαντικότερους πύργους και μεσαιωνικά κάστρα της Εύβοιας. Η έκθεση περιλαμβάνει ακόμα πληροφορίες και για τους πύργους των φεουδαρχών της Δυτικής Ευρώπης, που αποτέλεσαν το πρότυπο για αυτούς της Εύβοιας.

Κάστρο του Ευρίπου ή Φρούριο του Ευρίπου

Κάστρο του Ευρίπου ή Φρούριο του Ευρίπου ονομαζόταν κάστρο που υπήρχε σε νησάκι στον πορθμό του Ευρίπου μέχρι το 1890, οπότε καταστράφηκε από τις αρχές για να κατασκευαστεί η γέφυρα του Ευρίπου. Σήμερα σώζονται μόνο οι ανάγλυφοι λέοντες που είχαν εντοιχίσει οι Ενετοί στο κάστρο, οι οποίοι βρίσκονται στο Μουσείο της Χαλκίδας. Η άλλη κοντινή οχύρωση ήταν το τουρκικό κάστρο του Καράμπαμπα το οποίο βρίσκεται στην ακτή της Βοιωτίας χτισμένο από τους Τούρκους μεταξύ 1680 – 1690.

Το κάστρο του Ευρίπου ήταν συνδεδεμένο με γέφυρες, από τη μια πλευρά με τη Βοιωτία και από την άλλη πλευρά με την Εύβοια.
Τα πρώτα έργα έγιναν κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο το 411 π.Χ. και τα οποία συνεχίστηκαν κατά τους αιώνες και από το Μεγάλο Αλέξανδρο και από τον Ιουστινιανό ο οποίος έχτισε τετράγωνο φρούριο το 540 μ.Χ. στο βράχο στη μέση του πορθμού[2]. Το 1205, οι Σταυροφόροι της Δ’ Σταυροφορίας και συγκεκριμένα ο Ιάκωβος ντ’ Αβέν Β΄ επισκεύασε τις οχυρώσεις και έχτισε το φρούριο που αργότερα πέρασε στα χέρια των Ενετών. Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Χαλκίδα, ενίσχυσαν το κάστρο με νέο πύργο.

Από το 1853, στο νέο ελληνικό κράτος, άρχισαν έργα για τη βελτίωση της πρόσβασης στη Χαλκίδα, με βελτίωση και διαπλάτυνση των γεφυρών, γκρέμισμα μέρους του κάστρου και τελικά την πλήρη καταστροφή του το 1890 για να μπορέσει να δώσει χώρο για την περιστρεφόμενη γέφυρα του Ευρίπου.

Φρούριο Καράμπαμπα

Οθωμανικό κάστρο του 17ου αιώνα στην «ηπειρωτική» πλευρά της πόλης που μαζί με το καταστραμμένο κάστρο της Χαλκίδας είχαν καταστήσει την πόλη απόρθητη.Το κάστρο βρίσκεται σε λόφο της βοιωτικής ακτής, που ονομάζεται Φούρκα. Η θέση του είναι στρατηγική, καθώς ελέγχει τα στενά του Ευρίπου και την πόλη της Χαλκίδας.

Η θέση του Κάστρου ταυτίζεται από μερικούς μελετητές με την αρχαία πόλη Κάνηθο, καθώς σώζονται σποραδικά ίχνη κτισμάτων και τάφων, στην επιφάνεια του εδάφους. Ο λόφος πιθανότατα οχυρώθηκε για πρώτη φορά κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο, αλλά είναι βέβαιο ότι δεν είχε οχύρωση στους Βυζαντινούς χρόνους και κατά τη διάρκεια της Βενετοκρατίας και τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας.

Το φρούριο που σώζεται σήμερα οικοδομήθηκε από τους Τούρκους το 1684, με σκοπό την προστασία της Χαλκίδας από τους Βενετούς. Σχεδιάστηκε από τον Βενετό Gerolimo Galopo και η αρχιτεκτονική του είναι περισσότερο Ευρωπαϊκή και λιγότερο Τουρκική. Πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από τον Μοροζίνι το 1688 και οι Τούρκοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν την κυριότητά του έως την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Κατά την Ελληνική Επανάσταση, οι Έλληνες δεν μπόρεσαν, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες, να καταλάβουν την Χαλκίδα η οποία παραδόθηκε αμαχητί από τους Τούρκους μόνο μετά τη συνθήκη του 1833.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η Χαλκίδα παρέμεινε απόρθητη χάρη στα δύο κάστρα της: του Καράμπαμπα και το -πιο ισχυρό- κάστρο της Χαλκίδας, απέναντι. Δυστυχώς, το κάστρο της Χαλκίδας κατεδαφίστηκε από έναν δραστήριο δήμαρχο το 1885, επί πρωθυπουργίας Τρικούπη, και η Χαλκίδα έχασε την ευκαιρία να είναι μια από τις πιο γραφικές πόλεις της Ελλάδας.

Με μέγιστο πλάτος 240 μέτρα και μέγιστο μήκος 54 μέτρα η μορφή του προσεγγίζει κυρίως βενετικά πρότυπα, με στενόμακρο περίβολο, προσανατολισμένο από Ανατολή προς Δύση, με προτείχισμα στη βόρεια πλευρά, τρεις προμαχώνες και έναν μεγάλο πύργο. Το νότιο τμήμα του τοίχου διατηρείται σε κακή κατάσταση. Αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη έχουν εντοιχισθεί σε αρκετά σημεία του περιβόλου. Ο πιο σύνθετος, εξαγωνικός προμαχώνας βρίσκεται στην ανατολική πλευρά, προς τη Χαλκίδα. Στις επάλξεις διατηρούνται δύο ρωσικά κανόνια του 19ου αιώνα. Η μοναδική πύλη του φρουρίου βρίσκεται στη ΝΑ πλευρά του τείχους, ενώ γύρω της έχουν οικοδομηθεί κτήρια στρατιωτικού χαρακτήρα.

Στον ανατολικό τοίχο του περιβόλου, μεταξύ της πύλης και του ανατολικού πύργου, βρίσκεται κωδωνοστάσιο, κτισμένο στη θέση όπου βρισκόταν η καμπάνα του συναγερμού του φρουρίου. Το μόνο καλά σωζόμενο κτίσμα μέσα στον περίβολο είναι ναός αφιερωμένος στον Προφήτη Ηλία, που χρονολογείται το 1895. Το δυτικό άκρο του τείχους καταλαμβάνει επτάπλευρος πύργος, η μεγαλοπρεπέστερη αμυντική κατασκευή του φρουρίου. Η είσοδος στον πύργο γίνεται από στενό καμαροσκεπή διάδρομο, που θυμίζει λαβύρινθο.

Το κάστρο έχει αποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό χάρη στις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1985-2000. Σήμερα στο εσωτερικό του λειτουργεί εκθεσιακός χώρος οπού εκτίθενται γλυπτά από την περιοχή της Χαλκίδας.
Στην είσοδο του κάστρου βρίσκεται ο τάφος του λογοτέχνη Γιάννη Σκαρίμπα.

Πύργος στα Θαρούνια ή Κουτρουλόπυργος

Ερειπωμένος ενετικός πύργος σε βραχώδες ύψωμα, νοτιοανατολικά του χωριού Θαρούνια στην Εύβοια, και στην αριστερή πλευρά του δρόμου προς Τραχήλι.

Φρούριο Καρύστου ή Κοκκινόκαστρο

Το κάστρο Καστέλο Ρόσσο ή Κοκκινόκαστρο της Καρύστου δεσπόζει στους πρόποδες της Όχης. Βρίσκεται μόλις τέσσερα χιλιόμετρα από την Κάρυστο μεταξύ των χωριών Γραμπιά και Μύλοι.Επάνω σε ένα κωνικό ύψωμα, κάπως μακριά από τη θάλασσα και τους πειρατικούς κινδύνους και δεσπόζει σε όλη την πεδιάδα που απλώνεται από κάτω μέχρι την παραλία

Το κάστρο ονομαζόταν από τους Λατίνους «Castel Rosso» , ενώ οι Έλληνες διατήρησαν την ονομασία σαν «Κοκκινόκαστρο». Το όνομα οφείλεται στις κόκκινες πέτρες με τις οποίες έχει κτιστεί – από τα σχιστολιθικά πετρώματα της περιοχής – που του δίνουν μια κοκκινωπή απόχρωση. Κτίστηκε από τους Λομβαρδούς, αλλά καθ’ όλη τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας το διεκδίκησαν Βυζαντινοί, Φράγκοι, Βενετοί, οι οποίοι τελικά και παρέμειναν ως κύριοι του μέχρι την κατάληψη της Εύβοιας από τους Τούρκους.

Το πρώτο φρούριο στο λόφο του σημερινού κάστρου χτίστηκε από τους Βυζαντινούς το 1030. Το μεσαιωνικό Καστέλλο Ρόσσο κτίστηκε πάνω στις βυζαντινές βάσεις κατά μια εκδοχή μεταξύ 1209 – 1216 από το Βερονέζο βαρόνο Ραβανό Δαλεκάρτσερι, τον άρχοντα του τριτημορίου της νότιας Εύβοιας, ενός από τα τρία φέουδα του Ενετικού Βασιλείου του Νεγρεπόντε.

Γύρω απ’ το Καστέλο Ρόσσο δημιουργήθηκε μια πόλη, αφού οι κάτοικοι της Καρύστου έκτιζαν τα σπίτια τους κοντά στο κάστρο, για λόγους ασφάλειας.

Δεκαετίες αργότερα, οι Βυζαντινοί επέστρεψαν στο νησί. Ο περιβόητος ιππότης Λικάριος, στην υπηρεσία του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, οδήγησε ένα Βυζαντινό στράτευμα κάτω από τα τείχη της Καρύστου, και μετά από τη στενή πολιορκία το εκπόρθησε το 1276 και εγκατέστησε εκεί βυζαντινή φρουρά. Το 1295 ο Βονιφάτιος ντα Βερόνα, ευνοούμενος του Δούκα της Αθήνας, εγγονός του Γουλιέλμου του Α’ κατ’ όνομα βασιλιά της Θεσσαλονίκης, θεωρώντας ότι η Κάρυστος αποτελούσε φέουδο της συζύγου του Agnes De Cicon, μετά από πολιορκία εκδίωξε τη βυζαντινή φρουρά και κατέλαβε το φρούριο, το οποίο κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του.Από τότε οι Βυζαντινοί δεν επέστρεψαν ποτέ πια στην Εύβοια.

Μετά το θάνατο του Βονιφάτιου το 1318, η Κάρυστος και το κάστρο των Αρμένων, στα Στύρα, ένα άλλο σπουδαίο κάστρο της Εύβοιας, περιήλθαν στην εξουσία του Καταλάνου πρίγκιπα Αλφόνσο Φαδρίγου ντ’ Αραγκόν, συζύγου της κόρης του Βονιφάτιου, Μαρούλας.

Όλο αυτό το χρονικό διάστημα οι Βενετοί δεν έπαψαν να ενδιαφέρονται για το λιμάνι της Καρύστου, το οποίο θεωρούσαν χρήσιμο για το θαλάσσιο εμπόριό τους. Για το λόγο αυτό ζητούσαν επίμονα από το Φαδρίγο να τους πουλήσει την Κάρυστο. Τελικά το 1359 κατάφεραν να αγοράσουν τη βαρονία της Καρύστου από το γιο του Βονιφάτιο ντ’ Αραγκόν, αντί του ποσού των 6.000 δουκάτων, πριν προφτάσουν να γίνουν κύριοι της Καρύστου, οι Ιωαννίτες ιππότες της Ρόδου, οι οποίοι επίσης εποφθαλμιούσαν το επίμαχο αυτό σημείο.

Εκείνη την εποχή, λέγεται, ότι το κάστρο της Καρύστου ήταν τόσο καλά οχυρωμένο και τόσο ισχυρό, ώστε 30 μόνο πολεμιστές ήταν αρκετοί να το υπερασπιστούν αποτελεσματικά.

Κάτω από την εξουσία των Ενετών όμως η Κάρυστος παρήκμασε. Οι περισσότεροι κάτοικοι προτίμησαν να μεταναστεύσουν στο γειτονικό Δουκάτο των Αθηνών. Η πληθυσμιακή παρακμή έφερε και την οικονομική παρακμή. Αυτή η κατάπτωση οδήγησε τους Βενετούς πρώτα στην εκμίσθωσή της, στην ιταλική οικογένεια Ιουστινιάνι το 1386 και κατόπιν το 1406 στην παραχώρηση της βαρονίας στο Nicolo Zorzi.

Η Κάρυστος ποτέ δεν ξαναβρήκε την παλιά της αίγλη και τελικά το καλοκαίρι του 1470, μετά την κατάληψη της Χαλκίδας από τους Τούρκους, ύστερα από έναν αιώνα απόλυτης κυριαρχίας εγκαταλείφθηκε σιωπηρά και άδοξα από τους Βενετούς και από τους Zorzi, αφήνοντας τους κατοίκους στο έλεος των Τούρκων.

Μετά την αποχώρηση των Βενετών, την Κάρυστο κατέλαβαν οι Τούρκοι του Κοτζά Μαχμούτ πασά, οι οποίοι την ονόμασαν Κιζίλ Χισάρ. Οι Έλληνες συνέχισαν να κατοικούν γύρω από το Καστέλο Ρόσσο και να διατηρούν ακόμη και μικρές εκκλησίες εκεί, μέχρι τα τέλη του 17ου αιώνα, όταν διώχτηκαν, εξαιτίας της συμμετοχής τους με το μέρος των Βενετών στο ενετοτουρκικό πόλεμο που ξέσπασε το 1684.

Τον 19ο αιώνα, από τις αρχές του απελευθερωτικού αγώνα, οι Έλληνες έβαλαν στόχο την κατάληψη του κάστρου. Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Νικόλαος Κριεζώτης γνωστός ως «λιοντάρι της Εύβοιας» και ο Γάλλος φιλέλληνας Φαβιέρος το πολιόρκησαν δίχως αποτέλεσμα και με οδυνηρές απώλειες. Αυτά μέχρι το 1826. Έκτοτε δεν έγινε άλλη προσπάθεια. Το κάστρο άνοιξε τις πόρτες του στους Έλληνες μετά την απελευθέρωση και την αποχώρηση των Τούρκων, το Μάρτιο του 1833.

Στο εσωτερικό του τειχισμένου περιβόλου, υψώνονται εντυπωσιακά τα ψηλά τείχη και οι επάλξεις που προστάτευαν το δεύτερο εσωτερικό κάστρο, όπου οι αμυνόμενοι μπορούσαν να καταφύγουν σε έσχατη ανάγκη και απ’ όπου μπορούσαν να ελέγχουν ακόμη καλύτερα την κύρια πύλη του φρουρίου και ολόκληρο τον περίβολο των εξωτερικών τειχών.
Εκεί κοντά στην κύρια πύλη, όπου υπήρχε μεγάλη υπαίθρια αυλή, την εποχή της τουρκοκρατίας είχαν κτιστεί μερικά σπίτια, περίπου είκοσι, για να στεγάζουν τους άντρες της φρουράς του κάστρου και τις οικογένειες τους.

Προς τα ανατολικά, περνώντας από σωρούς από λίθους που κάποτε αποτελούσαν τα δομικά υλικά με τα οποία ήταν κατασκευασμένα τα ποικίλα κτίρια του κάστρου, βλέπουμε τα εξωτερικά τείχη όπου αυτά ισχυροποιούνται μ’ ένα πολυγωνικό πύργο μ’ επάλξεις σχήματος «Μ». Η αρχιτεκτονική του μορφή όμως μαρτυρά, ότι είναι ένας πύργος κατασκευασμένος για αμυντικούς σκοπούς. Ήταν διώροφος με δώμα οπλισμένο με επάλξεις. Σήμερα, τα δάπεδα μεταξύ των αιθουσών των ορόφων έχουν βυθιστεί και δεν υπάρχουν πια. Μόνο τα ίχνη τους έχουν παραμείνει, στην τοιχοποιία του πύργου.

Δυτικά της κύριας πύλης υψώνονται τα ερείπια του πλέον επιβλητικού κτιρίου του κάστρου. Πρόκειται για τις λιθόκτιστες πλευρικές τοιχοποιίες ενός άλλοτε μεγαλοπρεπούς διώροφου τουλάχιστον, παραλληλόγραμμου κτιρίου. Το κτίριο αυτό, την εποχή της φραγκοκρατίας πρέπει να αποτελούσε την κατοικία του κυρίου του κάστρου και να περιλάμβανε τη μεγάλη αίθουσα των τελετών του κάστρου. Το γεγονός αυτό γίνεται αντιληπτό αν από τα μεγάλα τοξωτά ανοίγματα στο ψηλότερο τμήμα της τοιχοποιίας, όπου άλλοτε ήταν ο δεύτερος όροφος του κτιρίου. Τα ανοίγματα αυτά μαρτυρούν μία διάθεση άνετης διαβίωσης και άπλετου φυσικού φωτισμού στο εσωτερικό του κτιρίου, αντί των μικρών στενόμακρων παραθύρων – πολεμίστρων που συχνά συναντώνται στα προορισμένα για άμυνα στρατιωτικά κτίρια του μεσαίωνα.

Τα νοτιοδυτικά τείχη του κάστρου καταλήγουν σ’ ένα ισχυρό τετράγωνο προμαχώνα, με εμφανείς εξωτερικά διακοσμητικές ταινίες ισοδομικής τοιχοποιίας, οι οποίες αποτελούνται από παραλληλόγραμμους μαρμάρινους ογκόλιθους, προερχόμενους προφανώς από τα ερείπια κάποιου παλιότερου σημαντικού κτιρίου της περιοχής. Τετράγωνα ανοίγματα στο ανώτερο τμήμα της πλευρικής τοιχοποιίας του προμαχώνα, μαρτυρούν ότι εκεί υπήρχε αίθουσα της φρουράς απ’ όπου ελεγχόταν όλη η νοτιοδυτική πλευρά του κάστρου.

Ο προμαχώνας διέθετε παλιότερα λιθόστρωτο δώμα, όπου υπήρχε τοποθετημένο ένα ορειχάλκινο πυροβόλο τεράστιων διαστάσεων, μήκους 18 ποδών, εγκατεστημένο εκεί από την εποχή της Ενετοκρατίας, για να κρατάει μακριά από το κάστρο όποιον το επιβουλευόταν. Οι κάτοικοι της Καρύστου, με μία σκωπτική διάθεση το είχαν ονομάσει «λωλή λουμπάρδα». Την εποχή της τουρκοκρατίας, οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν μόνο μία φορά τη «λωλή λουμπάρδα». Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν τόση η δόνηση την οποία αυτή δημιούργησε με την εκπυρσοκρότηση και τόσο δυνατός ο κρότος, λες και ξαφνικά ο Ήφαιστος κτύπησε το βαρύ σφυρί του πάνω στο αμόνι, ώστε παραλίγο να γκρεμιζόταν ο ίδιος ο προμαχώνας πάνω στον οποίο την είχαν τοποθετήσει. Από τότε οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να ξαναχρησιμοποιήσουν το τεράστιο αυτό πυροβόλο, το οποίο ασφαλώς θα τελείωσε άδοξα την ιστορία του μέσα στον πυρωμένο φούρνο κάποιου χυτηρίου.

Από τον προμαχώνα της «λωλής λουμπάρδας» ξεκινούν τα εντυπωσιακού ύψους δυτικά τείχη του κάστρου κτισμένα και αυτά με ακατέργαστους ογκόλιθους. Η κατάσταση τους σήμερα δεν είναι καλή, αφού οι επάλξεις τους και όλες οι αμυντικές κατασκευές τους έχουν καταρρεύσει. Η ίδια κατάσταση επικρατεί και στα βόρεια τείχη του κάστρου.

Τα τείχη στην πλευρά αυτή ισχυροποιούνται από ένα επιβλητικό κυλινδρικό πύργο, ο οποίος προβάλλει δυναμικά απ’ αυτά και τα προστατεύει. Ο πύργος χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα και διατήρησε πεισματικά μέσα στους αιώνες το ιταλικό του όνομα «Ρόκκα». Κοντά στον πύργο αυτό διατηρείται ακόμη η τοξωτή δεύτερη πύλη του κάστρου, η οποία βλέπει προς τις «καμάρες» του υδραγωγείου του. Η πύλη αυτή ήταν εξαιρετικά χρήσιμη σε περίπτωση πολιορκίας, διότι μέσω αυτής οι πολιορκημένοι μπορούσαν να επικοινωνούν με τον έξω κόσμο με αγγελιοφόρους.

Στη βόρεια πλευρά του κάστρου, η οποία αποτελεί το ψηλότερο και πλέον δύσβατο τμήμα του υψώματος χρονολογούνται από το Μεσαίωνα και δεν έχουν ιδιαίτερα μεγάλο πάχος. Ένα κάθετο ρήγμα στην τοιχοποιία τους επιτρέπει στον επισκέπτη να διαπιστώσει ότι έχουν πάχος περίπου 1,20 μ.Εκεί βρίσκεται το εσωτερικό φρούριο του αμυντικού συστήματος του κάστρου της Καρύστου, το οποίο περικλείεται από τα βόρεια εξωτερικά τείχη και ένα εσωτερικό παραπέτασμα τειχών. Το εσωτερικό φρούριο αποτελούσε την ακρόπολη της Καρύστου, τελευταίο οχυρό άμυνας σε περίπτωση που το κυρίως κάστρο έπεφτε στα χέρια των επιδρομέων. Μέσα σ’ αυτό υπάρχει σήμερα εκκλησία αφιερωμένη στον προφήτη Ηλία. Κάτω από το στρωμένο με μαρμαρόπλακες δάπεδο της εκκλησίας, κρύβεται η μεγάλη δεξαμενή του φρουρίου, απ’ όπου σε περίπτωση πολιορκίας, οι πολιορκημένοι θα μπορούσαν να υδρεύονται.

Κάστρο Κλεισούρας

Το Κάστρο της Κλεισούρας βρίσκεται στη Βορειοκεντρική Εύβοια λίγο πριν το Προκόπι Ευβοίας στη θέση Δερβένι. Από τα πιο ισχυρά κάστρα στην Εύβοια, κατασκευασμένο στις αρχές του 13ου αιώνα.

Σήμερα σώζονται κάποια ερείπια του κάστρου και της οχύρωσης που έπαιξε σημαντικό ρόλο για τον έλεγχο της περιοχής κατά τον Μεσαίωνα.

Το κάστρο ελέγχει ένα στενό πέρασμα («Κλεισούρα» ή «Δερβένι») από τη Χαλκίδα προς τη Βόρειο Εύβοια στην κορυφή ενός υψώματος εκεί όπου αρχίζουν τα «Ευβοιώτικα Τέμπη». Το ύψωμα δεσπόζει στην περιοχή και η θέα του φτάνει προς βορρά μέχρι την αρχαία Κήρινθο ως το Ξηρόν Όρος και προς νότο μέχρι τα υψώματα της Χαλκίδας.

Το όνομα «Κλεισούρα» είναι ελληνικό, αλλά προέρχεται με αντιδάνειο, από τη λατινική λέξη clausura, που σημαίνει το στενό πέρασμα. Σε παλαιούς χάρτες, το κάστρο αναφέρεται ως Clausura, Clesura, Clissura, Klissura και Glissura, ενώ στην παράδοση είναι γνωστό και ως Σιδερόκαστρο και Σιδερόπορτα λόγω της εντυπωσιακής σιδερένιας πύλης του.

Υπήρξε ισχυρό και σημαντικό κάστρο. Όταν το 1205 οι Φράγκοι κατακτητές χώρισαν την Εύβοια σε τρεις Βαρονίες ή «Τριτημόρια», το κεντρικό τμήμα ονομάστηκε Terzero della Clissura, Τριτημόριο της Κλεισούρας, με έδρα τυπικά την Κλεισούρα, αλλά ουσιαστικά την Χαλκίδα. Αρχικά η Χαλκίδα ανήκε και στις τρεις βαρωνείες ως κοινή πρωτεύουσα της Εύβοιας, αλλά από το 1209 έγινε η de facto έδρα του κεντρικού τριτημορίου.

Πάντως η ονομασία «Τριτημόριο της Κλεισούρας» σημαίνει ότι, πρώτον, ήταν σημαντικό κάστρο και, δεύτερον, μάλλον προϋπήρχε των Φράγκων, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν είναι εύκολο μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα στην αρχή της Φραγκοκρατίας να δημιουργηθεί και να αναδειχθεί ένα κάστρο-ορόσημο εκ του μηδενός.

Η Κλεισούρα πολύ πιθανόν να προϋπήρχε της Φραγκοκρατίας, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό επειδή δεν υπάρχουν αναφορές από παλιότερες πηγές και το κάστρο δεν έχει ανασκαφεί ώστε να μελετηθούν ευρήματα. Το βέβαιο είναι ότι οι Φράγκοι το αξιοποίησαν ενισχύοντας την οχύρωσή του.

Το 1276 το κάστρο το κατέλαβε ο ιππότης Λικάριο για λογαριασμό των Βυζαντινών. Το οχύρωσε και το κράτησε στην κατοχή του ως το 1281, οπότε οι Λομβαρδοί φεουδάρχες με τη βοήθεια των Ενετών ξαναπήραν υπό τον έλεγχό τους ολόκληρη της Εύβοια.

Η κατοπινή ιστορία του κάστρου μας είναι άγνωστη. Η σημασία του πρέπει να άρχισε να φθίνει, ιδιαίτερα μετά το 1380 όταν το νησί πέρασε υπό τον πλήρη έλεγχο των Βενετσιάνων οι οποίοι δεν ενδιαφέρονταν για κάστρα στην ενδοχώρα.

Το κάστρο πιθανότατα εγκαταλείφθηκε σχετικά νωρίς και δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε από τους Τούρκους. Λογικά, επί Τουρκοκρατίας δεν χρησιμοποιήθηκε ούτε σαν οικισμός δεδομένου ότι αφενός οι Τούρκοι δεν ευνοούσαν παραμονή ντόπιου πληθυσμού σε οχυρές θέσεις και αφετέρου επειδή το σημείο είναι πολύ απομακρυσμένο και δεν διευκόλυνε συνήθεις δραστηριότητες σε περιόδους χωρίς εξωτερικές απειλές. Η υπόθεση αυτή περί πρόωρης εγκατάλειψης ενισχύεται από το γεγονός ότι ανάμεσα στα ερείπια του κάστρου δεν έχουν βρεθεί ίχνη εκκλησίας.

Το 1821, κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι Έλληνες αγωνιστές με επικεφαλής τον Αγγελή Γοβιό, το χρησιμοποίησαν ως ορμητήριο τους.

H συνολική έκταση είναι περί τα 40 στρέμματα.Η πρόσβαση είναι αρκετά δύσκολη και μπορεί να γίνει μόνο με τα πόδια μέσα από δύσβατα μονοπάτια. Ο Σκούρας το 1975 αναφέρει ότι χρειάστηκε πεζοπορία έξι ωρών. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «με το κλαδευτήρι κόβαμε κλαδιά για να περάσουμε».

Απομεινάρια του κάστρου βρίσκονται σε κορυφή απρόσιτου λόφου, ορατά από το δρόμο προς το Προκόπι, της βόρειας Εύβοιας. Τα τείχη και οι πύργοι έχουν μετατραπεί σε ερείπια.Στο εσωτερικό υπάρχουν ερειπωμένα σπίτια και δεξαμενές νερού, τα οποία είναι σκεπασμένα με πυκνή βλάστηση. Στην ανατολική πλευρά σώζεται τμήμα του τείχους μήκους 50 περίπου μέτρων και ύψους 3 μέτρων. Το υπόλοιπο περιτείχισμα είναι σχεδόν όλο κατεστραμμένο και το μόνο που απομένει είναι συνεχείς λιθοσωροί που διακόπτονται από μικρά τμήματα τείχους που στέκονται ακόμα σε χαμηλό ύψος.

Το κάστρο είχε επιβλητική σιδερένια πύλη και γι’ αυτό λεγόταν και Σιδερόκαστρο. Ο Σκούρας αναφέρει ότι ένας από τους ξυλοκαρβουνάδες που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή προπολεμικά, είχε δει την πόρτα πεσμένη. Άγνωστο τι απέγινε. Πάντως ο Γάλλος περιηγητής Jean Alexandre Buchon που επισκέφτηκε το κάστρο το 1841 δεν είδε καμιά πόρτα. Αντίθετα κάνει την μάλλον αυθαίρετη υπόθεση ότι το τείχος κατέβαινε χαμηλά μέχρι το στενό πέρασμα προς τη Βόρειο Εύβοια, το οποίο έκλεινε με μια πόρτα.

Πύργος Κοιλίου Εύβοιας

Στο μικρό χωριό Κοίλι της περιοχής Κύμης στην Εύβοια υπήρχαν δύο ενετικοί πύργοι. Ο μεγαλύτερος κατεδαφίστηκε, για να κτισθεί ο ναός του Αγίου Νικολάου και σώζονται τα θεμέλιά του. Ανατολικά του σώζεται ο δεύτερος πύργος σχεδόν ακέραιος, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε στο σχετικά πρόσφατο παρελθόν σαν μύλος, αλλά αρχικά πρέπει να υπήρξε κανονικός πύργος.

Ο πύργος πιθανόν κατασκευάσθηκε τον 15ο αιώνα καθώς οι Ενετοί από το τέλος του 14ου αιώνα, όπου έγιναν οι κυρίαρχοι της Εύβοιας μέχρι το 1470 που ήρθαν οι Τούρκοι, κατασκεύασαν πολλούς παρόμοιους πύργους σε ολόκληρη της Εύβοια.

Κάστρο Κούπα ή Κάστρο Δραγγονάρας

Αρχαίο κάστρο που ήταν συνεχώς σε λειτουργία από την αρχαιότητα μέχρι τη Φραγκοκρατία.

To κάστρο βρίσκεται στο λόφο Δραγωνέρα ή Δραγγονάρα ή Τραγκουνάρα στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Μαυροβούνι και δυτικά από το χωριό Βρύση στην περιοχή Κύμης στην Εύβοια. Κάτω από το λόφο κυλάει το ρέμα Μανικιάτης. Από την απέναντι μεριά του ρέματος υπάρχει άλλο απότομο βραχώδες ύψωμα, το Σαρακηνόκαστρο, και έτσι σχηματίζεται ανάμεσα ένα στενό πέρασμα με στρατηγική σημασία. Στα ανατολικά του λόφου υπάρχει μια εύφορη πεδιάδα.

Η Δραγγονάρα είναι ένα μακρόστενο βραχώδες ύψωμα με ερείπια οχυρώσεων σε μεγάλη έκταση, για πάνω από 650 μέτρα σε ευθεία γραμμή.

Το δυτικό τμήμα της οχύρωσης είναι κατά κάποιο τρόπο αυτόνομο, βρίσκεται σε κάποια απόσταση από το υπόλοιπο κάστρο,250 μέτρα από το δυτικότερο τείχος της ανατολικής πλευράς, και λίγο ψηλότερα ,υψομετρική διαφορά 75 μέτρα. Επιπλέον, το ανατολικό τμήμα ήταν χτισμένο στη θέση αρχαίας πόλης και περιέκλειε ανέκαθεν μια πολίχνη και μεσαιωνικό οικισμό. Το δυτικό τμήμα ήταν απλώς ένα ισχυρό στρατιωτικό φυλάκιο. Αυτή η διαφορετικότητα και η κάπως ανεξάρτητη θέση κάνουν κάποιους ερευνητές να θεωρούν ότι στη Δραγγονάρα υπάρχουν δύο κάστρα. Οι περισσότεροι πάντως θεωρούν την Κούπα ενιαίο κάστρο.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι που συνηγορούν σε αυτήν την επιλογή: 1) η απόσταση των δύο οχυρώσεων (250μ) είναι υπερβολικά μικρή για να θεωρηθούν ανεξάρτητες ,κάποια κάστρα είχαν προτειχίσματα σε μεγαλύτερες αποστάσεις, 2) ιστορικές πηγές και παλιοί χάρτες αναφέρουν ένα κάστρο στο σημείο (La Cuppa), 3) o αμυντικός ρόλος των δύο οχυρώσεων είναι κοινός καθώς υπεράσπιζαν την ίδια θέση και, λογικά, θα τις επάνδρωνε ενιαία φρουρά, 4) οι χρονολογήσεις των δύο κάστρων, σχετικά με το χρόνο κατασκευής και διάρκεια λειτουργίας, ουσιαστικά συμπίπτουν: και τα δύο κατασκευάστηκαν κατά την ελληνιστική περίοδο αν και το δυτικό τμήμα χτίστηκε λίγο αργότερα από το ανατολικό, προφανώς όταν διαπιστώθηκε ότι το ύψωμα ήταν ευάλωτο από τα δυτικά, ιδιαίτερα στην περίπτωση που μια εχθρική δύναμη θα μπορούσε να στρατοπεδεύσει στο πλάτωμα όπου είναι το δυτικό τμήμα.

Στη βορειοδυτική πλευρά της Δραγγονάρας υπάρχει μια εντυπωσιακή κοιλότητα-κατακρήμνιση, από την κορυφή μέχρι τους πρόποδες σχεδόν του λόφου, η οποία έχει μια ομαλή κοίλη επιφάνεια που θυμίζει μισή κούπα. Εξ ου και το όνομα «Κούπα» ή La Couppa όπως ονομάστηκε το κάστρο από τους Φράγκους.

Σχετικά κοντά στην Κούπα βρίσκεται ένα κάστρο με παραπλήσιο όνομα: το Ποτίρι. H γειτνίαση των ονομάτων των δύο κάστρων παραπλάνησε παλιούς ερευνητές που θεωρούσαν ότι επρόκειτο για το ίδιο κάστρο ενώ δημιούργησε και κάποια σύγχυση σχετικά με την ακριβή θέση, η οποία πάντως σήμερα δεν αμφισβητείται.
Η αρχαία ονομασία δεν είναι ακριβώς γνωστή. Εικάζεται ότι πρόκειται είτε για την Ευβοϊκή Οιχαλία είτε για τη πόλη Βρύγχαι ή Γρύγχαι (που σημαίνει «Βρύσες») που είχε καταστραφεί από καθίζηση.

Το κάστρο οχυρώθηκε για πρώτη φορά μάλλον τον 4ο π.Χ. αιώνα – όπως φαίνεται από τα εντυπωσιακά ισόδομα τείχη χτισμένα με μεγάλους και καλά επεξεργασμένους ορθογώνιους ογκόλιθους.Η αρχική οχύρωση δεν υπέστη δραματικές αλλαγές στο πέρασμα των αιώνων. Κάποιες ελάχιστες προσθήκες πιστοποιούν τη χρήση του κάστρου σαν στρατιωτικό οχυρό κατά τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο και, βεβαίως, κατά τη Φραγκοκρατία.

Τον 8ο μ.Χ. αιώνα σε μια περίοδο που η Βυζαντινή αυτοκρατορία παρέπαιε, το κάστρο κατελήφθη από Σαρακηνούς πειρατές και έπαθε σοβαρές ζημιές.
Το 1208, με την έναρξη της Φραγκοκρατίας στην Εύβοια, το κάστρο περνάει στα χέρια των Φράγκων και γίνεται σημαντικός κρίκος στο αμυντικό σύστημα του νησιού. Οι Φράγκοι ονομάζουν το κάστρο La Cuppa, ονομασία που έμεινε μέχρι σήμερα.To 1269 το κάστρο έπεσε στα χέρια του ιππότη Λικάριο που είχε κυριεύσει και άλλα κάστρα της Εύβοιας για λογαριασμό του Βυζαντινού αυτοκράτορα. Προς το τέλος του 13ου αιώνα, Φράγκοι και Ενετοί ξαναπήραν πίσω τις κτήσεις τους στην Εύβοια συμπεριλαμβανομένου του κάστρου Κούπα που γίνεται το διοικητικό κέντρο της περιοχής.Στις αρχές του 15ου αιώνα η περιοχή καταλαμβάνεται από τους Καταλανούς του Δουκάτου των Αθηνών. Σε καταλανικό διάταγμα του 1413 αναφέρεται και πάλι το κάστρο Κούπα σαν στρατιωτικό κέντρο.Το 1470 το κάστρο καταλαμβάνεται από τους Τούρκους υπό την ηγεσία του ίδιου του Μωάμεθ Β’. Οι 3000 υπερασπιστές του που πιάστηκαν αιχμάλωτοι σφαγιάστηκαν, και, σύμφωνα με μια μαρτυρία (του Jacopo dalla Castellana), αυτό συνέβη μπροστά στα τείχη του κάστρου της Χαλκίδας για να καμφθεί το ηθικό των εκεί αμυνομένων.Οι Οθωμανοί κατέστρεψαν το κάστρο μετά την κατάληψή του και από τότε δεν χρησιμοποιήθηκε ξανά.

Το ανατολικά τμήμα έχει έκταση 40 στρέμματα περίπου. Έχει τείχη μόνο κατά τόπους καθώς την οχύρωση συμπληρώνουν με φυσικό τρόπο τα απόκρημνα βράχια. Στη νοτιοανατολική πλευρά υπάρχει πηγή και πιο πέρα τα απομεινάρια μιας πύλης.

Στο κέντρο του ανατολικού τμήματος υπάρχει η εκκλησία της Παναγίας της Δραγωνιέρας που γιορτάζει την 1η Αυγούστου. Τη μέρα αυτή πλήθος κόσμου ανηφορίζει στο κάστρο. Στο προαύλιο χώρο της εκκλησίας υπάρχουν σπασμένοι κίονες που μαζί με τις επτά μαρμάρινες κολόνες που στηρίζουν την σκεπή της, μαρτυρούν την ύπαρξη αρχαίου ναού στο χώρο, που πιστεύεται ότι ήταν της Αρτέμιδος.

Η επιφάνεια αυτή βρίσκεται στο μέρος όπου ήταν το αρχαίο πόλισμα που αντικαταστάθηκε από το μεσαιωνικό οικισμό. Περιέργως δεν έχουν βρεθεί κεραμεικά ευρήματα από την αρχαιότητα. Ίσως ο πληθυσμός να προτιμούσε να μένει μόνιμα στην πεδιάδα πιο κάτω και να κατέφευγε στο κάστρο μόνο σε περίπτωση κινδύνου.
Τα περισσότερα ερείπια των τειχών είναι από την αρχαία οχύρωση (λαξευτοί λίθοι σε ισόδομο σύστημα δόμησης χωρίς κονίαμα) αλλά υπάρχουν μέρη του τείχους, κυρίως ανατολικά της εκκλησίας, που ανάγονται στους Μεσαιωνικούς χρόνους.
Το δυτικό τμήμα ήταν συμπληρωματική οχύρωση της ανατολικής και, όπως προαναφέρθηκε, είχε περισσότερο στρατιωτικό χαρακτήρα ενώ σώζεται σε σχετικά καλύτερη κατάσταση. Πρόκειται για ένα πλάτωμα που από βορρά και από νότο προστατεύεται από γκρεμούς. Στις πλευρές αυτές το τείχος είναι περιττό αλλά στη βορινή πλευρά υπάρχει τείχος μήκους 100 μέτρων.

Η δυτική πλευρά του πλατώματος προστατεύεται από ένα τείχος μήκους 24 μέτρων, ανάμεσα σε δύο πύργους. Ο βορινός πύργος είναι αρχαίος, διαστάσεων 9.8✖7.0μ. Κοντά στον πύργο υπάρχει μια μικρή είσοδος πλάτους 0.9μ που είναι προσβάσιμη με σκάλα ύψους 9 μέτρων.Ο νότιος πύργος είναι μεσαιωνική κατασκευή.
Τα τείχη έχουν πάχος 2.65 μέτρα. Η τοιχοποιία είναι παρόμοια με αυτήν του ανατολικού τμήματος, αλλά εδώ σε μερικά σημεία έχουν γίνει προσθήκες και επισκευές με χρήση πλίνθων και κονιάματος.
Η ανατολική πλευρά δεν φαίνεται να είχε σοβαρή οχύρωση (εκτός αν έχει γκρεμιστεί στην καταστροφή του κάστρου από τους Οθωμανούς). Η απουσία ανατολικού τείχους είναι δικαιολογημένη καθώς από την πλευρά αυτή είναι το υπόλοιπο κάστρο.

Πύργος Μπέζα ή Πύργος Δαφνούσας 

Ερείπια πύργου τετραγωνικής διατομής 2 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά από το χωριό Δαφνούσα, πρώην Ντράζι, της Βόρειας Εύβοιας (στην καρδιά του τσιφλικιού του Νόελ Μπαίκερ). Με μήκος πλευρών 15 μέτρα, είναι πολύ πιο ογκώδης από άλλους παρόμοιους πύργους στην Εύβοια.

Ο Buchon, ο οποίος τον χαρτογράφησε, του έδωσε το όνομα Πύργος Μπέζα. Είναι ελαφρώς μεταγενέστερος από το κάστρο της Κλεισούρας και ο Buchon, υπολογίζει να έχει κατασκευαστεί στα μέσα του 14ου αιώνα χωρίς να υπάρχουν ενδείξεις για ακριβέστερη χρονολόγηση.Η θέση του πύργου σε ένα λόφο στην βόρεια πλαγιά του βουνού Καντήλι επιτρέπει τη θέα σε όλη την πεδιάδα Μαντουδίου και τον έλεγχο της θάλασσας. Το εύρος της ορατότητας σε καλές καιρικές συνθήκες φτάνει τις βόρειες Σποράδες και την κορυφή του Άθω!Ο πύργος είναι πιθανό να ήταν μέρος ενός μεγαλύτερου κάστρου. Ο Buchon αναφέρει ερείπια τείχους χαμηλότερα στο λόφο που πάντως σήμερα δεν υπάρχουν.

Μπούρτζι Αυλίδος

Μικρό ερειπωμένο επιθαλάσσιο φρούριο για το οποίο δεν έχουμε πολλές πληροφορίες.

Βρίσκεται σε «χθαμαλή» γλώσσα της Ευβοϊκής ακτής ακριβώς απέναντι από τη γλώσσα της Αυλίδας. Προφανής σκοπός του κάστρου ήταν η επιτήρηση του στενού της Αυλίδας. Επίσης, το σημείο είναι πολύ επικίνδυνο για τη ναυσιπλοΐα λόγω του ρεύματος του Ευρίπου και λόγω του μικρού βάθους, γι’ αυτό είναι εξαιρετικό πιθανό, το οχυρό να χρησίμευε και σαν σημαντήρας.

Το πιο πιθανό είναι να είναι ενετικό και να κατασκευάστηκε τον 14ο αιώνα.

Πύργος Αμφιθέας

Μεσαιωνικός πύργος, ανατολικά από το χωριό Αμφιθέα, στην περιοχή της Στενής Ευβοίας. Τα ερείπια του πύργου βρίσκονται στους πρόποδες του όρους Δίρφυς σε ένα λιβάδι όπου έχει διαμορφωθεί χώρος αναψυχής με παγκάκια και τραπεζάκια. Δίπλα στον πύργο υπάρχει ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

Σκοπός του ήταν η φύλαξη του υδραγωγείου, που προμήθευε με νερό την Χαλκίδα. Το υδραγωγείο ξεκινούσε από τη Δίρφυ, περνούσε από Στενή, Καμπιά και Αμφιθέα, και κατέληγε Χαλκίδα. Το υδραγωγείο ήταν έργο του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού.

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς κατασκευάστηκε ο πύργος. Μοιάζει με άλλους πύργους στην περιοχή, όπως π.χ. με τον πύργο του Γυμνού . Επίσης είχε παρεμφερή χρήση με τους Δίδυμους πύργους του Μύτικα. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε με κάποια βεβαιότητα ότι ήταν ενετικός πύργος από τον 15ο αιώνα.

Υπενθυμίζεται ότι το φράγκικο Τριτημόριο της Χαλκίδας από το 1383 πέρασε υπό ενετικό έλεγχο (υπό τον Γκασπάρ Σομμαρίπα που ξεκίνησε την καριέρα του σαν σύζυγος της Μαρίας Σανούδου και ως άρχων της Πάρου). Έτσι από το τέλος του 14ου αιώνα μέχρι το 1470 που ήρθαν οι Τούρκοι, οι Ενετοί ήταν οι υπεύθυνοι για την κατασκευή πολλών παρόμοιων πύργων στην περιοχή.

Κάστρο Φύλλων ή Κάστρο του Λικάριο

Κάστρο που δεσπόζει πάνω από το χωριό Φύλλα ΝΑ από τη Χαλκίδα. Η πρόσβαση είναι εύκολη μέσω ασφαλτοστρωμένου δρόμου.

Το κάστρο τοπικά είναι γνωστό απλά ως Καστέλλι και στην ιστοριογραφία ως κάστρο του Λικάριο. Σε παλιούς χάρτες σημειώνεται σαν καστέλο Tianto ή Lilanto.Συνδέεται με τον ιππότη Λικάριο, που έδρασε το 13ο αιώνα, γι’ αυτό καλό θα ήταν να γνωρίζουμε ορισμένα πράγματα για το ιστορικό αυτό πρόσωπο.

Ο Λικάριο ήταν Γενοβέζικης καταγωγής από Καρυστινή μητέρα. Γεννημένος στην Κάρυστο, ήταν ένας απλός αυλικός στην υπηρεσία του ηγεμόνα της κεντρικής Εύβοιας Guiberto Dalle Carceri στην Χαλκίδα. Ήταν ερωτευμένος με την Φελίζα, προστατευμένη της οικογένειας Carceri, κάτι το οποίο δεν ήταν κοινωνικά αποδεκτό. Όταν τελικά την παντρεύτηκε κρυφά, οι αντιδράσεις τις οικογένειάς της ήταν ταπεινωτικές και προσβλητικές. Πικραμένος, ο Λικάριο, εγκατέλειψε την Χαλκίδα και γύρισε στην Κάρυστο, όπου και εγκαταστάθηκε στο εγκαταλειμμένο φρούριο Ανεμοπύλες, κοντά στο Κάβο Ντόρο. Αποφασισμένος για εκδίκηση, οργάνωσε στρατό και άρχισε επιδρομές στις γειτονικές περιοχές.

Οι επιθέσεις αυτές δεν ικανοποιούσαν την δίψα του Λικάριο για εκδίκηση. Έτσι, ήρθε σε επικοινωνία με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο και του πρότεινε να αναλάβει εκ μέρους των Βυζαντινών την ανακατάληψη της Εύβοιας με τον όρο να του δίνονταν στρατιωτική ενίσχυση. Όταν ο αυτοκράτορας αποδέχτηκε τους όρους, άρχισε μια εφιαλτική περίοδος για την φραγκική Εύβοια με την μορφή επιδρομών. Το ένα μετά το άλλο τα κάστρα της Εύβοιας, έπεφταν στα χέρια του Λικάριο. Τελευταίο έπεσε το Castello Rosso, το κάστρο της Καρύστου.

Ο Λικάριο ανταμείφθηκε πλουσιοπάροχα από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, καθώς τον τίμησε και με υψηλότατα αξιώματα, εκείνα του Μεγάλου Κοντόσταυλου και του Μεγαδούκα. Επιπλέον, ο Μιχαήλ Η΄ διέθεσε στον γενναίο ιππότη όλο το νησί ως φέουδο και του έδωσε ως σύζυγο μια ευγενή και πλούσια Ελληνίδα που πήρε της θέση της μοιραίας για την Εύβοια Φελίζας. Η εκδίκηση του Λικάριο ολοκληρώθηκε, όταν ο μεγάλος εχθρός του, ο βαρόνος Guilberto Dalle Carceri που τόσο σκληρά τον είχε ταπεινώσει, οδηγήθηκε αιχμάλωτος στην αυλή του αυτοκράτορα και πέθανε αφού είδε την πρώην άσημο ιππότη να απολαμβάνει τη φιλία και την εύνοια του βυζαντινού αυτοκράτορα.

Επιστρέφοντας από την Κωνσταντινούπολη στην Εύβοια, διάλεξε σαν κατοικία του το Καστέλλι στα Φύλλα. Μεγάλο του απωθημένο ήταν η Χαλκίδα, την οποία δεν κατάφερε να κατακτήσει. Το τέλος του ιππότη παραμένει άγνωστο. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Λικάριο πέθανε δηλητηριασμένος από την όμορφη Χαλκιδέα ερωμένη του.

Όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Εύβοια, κατέστρεψαν τις δυο πλευρές του κάστρου των Φύλλων ώστε να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Και πράγματι το κάστρο δεν ξαναχρησιμοποιήθηκε από τότε.

Οι δυο από τις πλευρές του κάστρου είναι ολοκληρωτικά κατεστραμμένες από τους Τούρκους. Μόλις ο επισκέπτης περάσει την περίμετρο των τειχών, βλέπει το αρχοντικό, το οποίο ήταν διώροφο και αρκετά ευρύχωρο. Στο εσωτερικό σώζονται ακόμη λιθόκτιστες σκάλες που οδηγούν πάνω στο τείχος της Βόρειας πλευράς.

Καστρί Ψαχνών

Τα λιγοστά χαλάσματα του κάστρου βρίσκονται σε δύσβατο λόφο 2 χιλιόμετρα βόρεια από τα Ψαχνά Ευβοίας. Η θέση έχει στρατηγικά πλεονεκτήματα καθώς επιτρέπει την κατόπτευση μιας μεγάλης περιοχής στην κεντρική Εύβοια και επιπλέον έχει εξαιρετική φυσική προστασία.

Πιθανολογείται ότι το κάστρο δημιούργησαν αρχικά οι Βυζαντινοί τον 9ο αιώνα. Γύρω του αναπτύχθηκε ένας οικισμός, τα «Παλιά Ψαχνά» όπου μετακινήθηκε ο πληθυσμός από τη γειτονική αρχαία Μεσσαπία, καθώς εκείνη την εποχή ήταν περισσότερο εκτεθειμένη σε επιδρομές.

Αργότερα επί Φραγκοκρατίας, τον 13ο και 14ο αιώνα, η οχύρωσή του ενισχύθηκε. Επί Ενετοκρατίας το κάστρο παρέμεινε ενεργό και ο οικισμός γνώρισε περίοδο ευημερίας.

Ο Αυστριακός ερευνητής Johannes Koder το ταυτίζει με το κάστρο Holorita, που εμφανίζεται σε παλιούς χάρτες.

Το κάστρο κατελήφθη από τους Τούρκους το 1470, οι οποίοι το κατέστρεψαν. Ο θρύλος λέει ότι το κάστρο προδόθηκε από μια γρια τσιγγάνα που έδειξε στους Οθωμανούς τα μυστικά υπόγεια περάσματα του λόφου.

Στο κάστρο σώζονται ελάχιστα υπολείμματα από τα τείχη και κατάλοιπα από τρεις χώρους, πιθανότατα δεξαμενές.

Το σχήμα του είναι μη κανονικό πολύγωνο. Η συνολική περίμετρος των τειχών είναι 300 μέτρα περικλείοντας μία έκταση γύρω στα 5,8 στρέμματα.

Η γκρεμισμένη σήμερα πύλη του ήταν στη βορειοδυτική πλευρά του περιβόλου, δηλαδή στην πιο προσβάσιμη πλαγιά του λόφου, αφού οι υπόλοιπες υπώρειες είναι κρημνώδεις και εξαιρετικά δύσβατες. Τα τείχη είχαν μέσο πάχος 1,5 μέτρο.

Στην βορειοδυτική πλευρά και εκατέρωθεν της εισόδου εκτείνονται δύο τμήματα των τειχών σε μήκος περίπου 10 μέτρων έκαστο, τα οποία καλύπτονται από την πυκνή βλάστηση. Το καλύτερα διατηρημένο τμήμα των οχυρώσεων βρίσκεται στην νότια πλευρά, εκεί που είναι τοποθετημένο και το κολωνάκι της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού. Σε εκείνο το σημείο τα σωζόμενα τείχη φτάνουν σε μήκος τα 30 μέτρα.

Μπούρτζι Καρύστου

Το Κάστρο (Φρούριο) Μπούρτζι βρίσκεται στον κύριο παραλιακό δρόμο της πόλης της Καρύστου. Πρόκειται για ενετική κατασκευή του 1350 μ.Χ.

Είναι διώροφο εξαγωνικού σχήματος με πολλές πολεμίστρες και 24 μπουκαπόρτες περιβόλου. Ενα από τα σημαντικά αξιοθέατα κατά τις τουριστικές, πολιτιστικές διαδρομές στην περιοχή. Σώζεται ακέραιο. Για την ανέργεση του οι Βενετοί χρησιμοποίησαν ως δομικά υλικά τα μαρμάρινα κομμάτια από Ρωμαϊκό Μαυσωλείο, που βρίσκεται στο κέντρο της αγοράς.Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες διατίθεται απο την Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων για την έκθεση εικαστικών έργων κατοίκων της Καρύστου και της Νότιας Εύβοιας.

Χαρτζάνι ή Πύργος Χαρτζανίου

Τα «Χαρτζάνι» είναι ένας μισοερειπωμένος μεσαιωνικός πύργος στην ομώνυμη πεδινή περιοχή βόρεια από την Κάρυστο. Βρίσκεται δίπλα σε δύο εξωκλήσια που κατά κάποιο τρόπο είναι κολλητά μεταξύ τους .

Η ονομασία του πύργου είναι «Χαρτζάνι» και φαίνεται πως αυτός είναι που έδωσε το όνομά του στη γύρω περιοχή και όχι το αντίστροφο.Το όνομα προέρχεται μάλλον από τη Βασίλισσα Χαρτζάννα που σύμφωνα με την τοπική λαϊκή παράδοση ήταν αρχόντισσα που ζούσε στον πύργο τον καιρό του Βουλγαροκτόνου.

Σε διάφορες ιστοσελίδες ο πύργος αναφέρεται σαν «φράγκικος» αλλά αυτό είναι μάλλον λάθος. Ο πύργος είναι Βυζαντινός όπως προκύπτει αφενός από το θρύλο της βασίλισσας Χαρτζάννας που αναφέρθηκε πιο πάνω και αφετέρου από τον τρόπο κατασκευής του που είναι σαφέστατα Βυζαντινής τεχνοτροπίας και δεν έχει καμιά ομοιότητα με τους άλλους φράγκικους και ενετικούς πύργους της Εύβοιας. Δεδομένου ότι η Χαρτζάννα έζησε τον 11ο αιώνα, το πιο πιθανό είναι ο πύργος να είναι επίσης του 11ου αιώνα ή και λίγο παλαιότερος.

Το Χαρτζάνι έπαιξε κάποιο ρόλο στα νεώτερα χρόνια σε ένα ήσσονος σημασίας περιστατικό της Ελληνικής Επανάστασης, όταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε έρθει στην περιοχή επικεφαλής εκστρατευτικού σώματος 300 αντρών, τον Φεβρουάριο του 1822 σε μια από τις ανεπιτυχείς προσπάθειες των Ελλήνων αγωνιστών να καταλάβουν το κάστρο της Καρύστου. Κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων εναντίον των Τούρκων στην περιοχή, αναφέρεται ότι ο Ανδρούτσος οχυρώθηκε στο Χαρτζάνι.

Δίδυμοι Πύργοι Μύτικα

Δύο πύργοι κοντά ο ένας στον άλλον, στην κεντρική Εύβοια, ανάμεσα στα χωριά του Μύτικα και των Φύλλων.Πρόκειται για ενετικά κτίσματα του 15ου αιώνα τα οποία σώζονται σε σχετικά καλή κατάσταση.

Βρίσκονται στην καρδιά του Ληλαντίου πεδίου, πάνω σε ένα βραχώδες, αλλά ομαλό ύψωμα με δύο κορυφές, από τη βάση του οποίου περνά ο ποταμός Λήλαντας. Οι δύο αυτοί πύργοι είχαν ως αποστολή, εκτός των άλλων, να ελέγχουν και να ασφαλίζουν τα νερά του ποταμού για την καλύτερη ύδρευση της Χαλκίδας και το πότισμα του πλούσιου κάμπου. Αναφέρεται ότι 1429 σε έναν από τους δύο πύργους πιθανότατα κατοικούσε ο ποταμάρχης, δηλαδή, ένας Βενετός αξιωματούχος που επιτηρούσε τη ροή του ποταμού, την άρδευση των αγρών και την συντήρηση του υδροδοτικού συστήματος της Χαλκίδας.

Στους πύργους έβρισκαν καταφύγιο οι ντόπιοι σε περίπτωση ληστρικών, πειρατικών ή άλλων εχθρικών επιδρομών. Οι φρουροί των πύργων αγνάντευαν το ορίζοντα κα αμέσως ειδοποιούσαν τους κατοίκους για τον κίνδυνο, ώστε να προφτάσουν να κλειστούν στους πύργους και τα κάστρα ή να βρουν καταφύγιο στα γύρω δάση και βουνά.

Ο πρώτος από ανατολικά πύργος είναι τετράγωνος, με μήκος κάθε πλευράς 6,10 μ. Η είσοδος του πύργου βρίσκεται σε ύψος 6 μ. από την επιφάνεια του εδάφους. Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο του πύργου αυτού, ο οποίος χρονολογείται από τον 15ο αιώνα, είναι τα τέσσερα κυκλικά ανοίγματα στο ψηλότερο τμήμα του, που δίνουν την εντύπωση ότι ο πύργος έφερε δίσκους ρολογιών και στις τέσσερις πλευρές του. Σε αυτή την περίπτωση, ο πύργος του Ληλάντιου πεδίου πρέπει να θεωρηθεί ως ο παλαιότερος πύργος ρολογιού στην Ελλάδα. Μάλλον όμως δεν ισχύει αυτό. Τα τέσσερα κυκλικά ανοίγματα ήταν κατά πάσα πιθανότητα στρογυλλά παράθυρα τύπου oeil-de-boeuf παρόμοια των οποίων παρατηρούμε και σε άλλα μεσαιωνικά κτίσματα όπως στο Μυστρά.Ο άλλος πύργος έχει μήκος βάσης 7,5μ και πλάτος 7 μ. Οι θυρίδες για τα ελαφρά όπλα που βρίσκονται στο κατώτερο τμήμα της τοιχοποιίας του, καθώς και οι επάλξεις σχήματος Μ, υποδηλώνουν τον πολεμικό χαρακτήρα του οικοδομήματος.

Και οι δύο πύργοι είναι κατασκευασμένοι με αργούς (ακατέργαστους) λίθους, τοποθετημένους όμως με πολλή επιμέλεια και συγκολλημένους με ασβεστοκονίαμα.
Σε πολλά σημεία της αργολιθοδομής έχουν τοποθετηθεί κομμάτια από οπτόπλινθους για μεγαλύτερη αντοχή και στερεότητα.

Πύργος Νησιώτισσας

Ένα χιλιόμετρο δυτικά του Νέου Πύργου στη Βόρεια Εύβοια βρίσκεται η πολύ ωραία παραλία της «Νησιώτισσας». Εκεί, στη βραχονησίδα «Μοναστήρι» λίγα μέτρα από την ακτή υπάρχουν τα ερείπια ενός μεσαιωνικού κτίσματος η χρήση του οποίου δεν είναι ακριβώς γνωστή.Χρονολογείται την εποχή της Φραγκοκρατίας, τον 13ο ή τον 14ο αιώνα.

Πιθανόν να ήταν βίγλα αλλά δεν αποκλείεται να πρόκειται για φράγκικο εκκλησάκι ή να ήταν απλά ένας μύλος.

Ο Αυστριακός αρχαιολόγος και έγκυρος μελετητής των οχυρώσεων της Εύβοιας Johannes Koder (1973) θεωρεί ότι πρόκειται για εκκλησία χτισμένη σε δύο διαφορετικές περιόδους.

Πύργος Πολιτικών

Στο κέντρο του χωριού Πολιτικά της Εύβοιας δίπλα στο ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος υπάρχει ένας μεσαιωνικός τετράγωνος πύργος.Δεν υπάρχουν πληροφορίες για την ιστορία και τη χρήση του αλλά είναι προφανώς Βενετσιάνικος και το πιθανότερο είναι να χρονολογείται από τον 15ο αιώνα.

Υπενθυμίζεται ότι το φράγκικο Τριτημόριο της Χαλκίδας από το 1383 πέρασε υπό ενετικό έλεγχο (υπό τον Γκασπάρ Σομμαρίπα που ξεκίνησε την καριέρα του σαν σύζυγος της Μαρίας Σανούδου και ως άρχων της Πάρου). Έτσι από το τέλος του 14ου αιώνα μέχρι το 1470 που ήρθαν οι Τούρκοι, οι Ενετοί ήταν οι υπεύθυνοι για την κατασκευή πολλών παρόμοιων πύργων στην περιοχή.

Ριζόκαστρο

Ερείπια φράγκικου κάστρου σε πετρώδη λόφο πάνω από το Μηλάκι και το εργοστάσιο της ΔΕΗ.Δεν είναι γνωστό πότε χτίστηκε, αλλά η κατασκευή του μάλλον έγινε επί Φραγκοκρατίας τον 13ο αιώνα.

Είναι ένα σχεδόν τετράγωνο κάστρο, που σε μερικά σημεία σώζονται τα τείχη του μέχρι τις επάλξεις. Μια δεξαμενή και μια στοά βρίσκονται στο εσωτερικό του. Σώζεται επίσης σε κάποιο ύψος και ο τετράγωνος ακρόπυργος του κάστρου. Λέγεται ότι συνδέεται με σήραγγα μήκους 1,5 χλμ με το Μηλάκι.

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, οι Έλληνες με αρχηγό τον Νικόλαο Κριεζώτη, χρησιμοποιούσαν το κάστρο για τη φυλάκιση Τούρκων αιχμαλώτων.

Πύργος Ροβιών

Μεσαιωνικός πύργος που δεσπόζει στο παραθαλάσσιο χωριό Ροβιές στη Βόρεια Εύβοια. Χτίστηκε από τους Φράγκους αλλά χρησιμοποιήθηκε από Ενετούς, Τούρκους και Έλληνες που έκαναν σημαντικές προσθήκες και αλλαγές στον αρχικό πύργο.

Η περιοχή κατοικείται αδιάλειπτα από την παλαιολιθική εποχή. Το 427 π.Χ. χτυπήθηκε από ένα παλιρροϊκό κύμα, το οποίο αναφέρει και ο Θουκυδίδης. Η αρχαία ονομασία ήταν «Οριβίαι».

Ο πύργος πρέπει να κτίστηκε στην αρχή της Φραγκοκρατίας. Είναι γεγονός ότι εκείνη την περίοδο ο Βιλεαρδουίνος είχε μια έντονη διαμάχη με τους Φράγκους βαρόνους της Εύβοιας διεκδικώντας το μισό από το τριτημόριο των Ωρεών που ήταν προίκα της γυναίκας του.

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ΄ Σταυροφορίας το 1204, ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός, αρχηγός της Σταυροφορίας ο οποίος είχε αναλάβει Βασιλιάς της Θεσσαλονίκης είχε προχωρήσει προς τη νότια Ελλάδα. Κατέλαβε την Εύβοια, όπου ο Ιάκωβος ντ’ Αβέν έχτισε φρούριο στα στενά του Ευρίπου και πήρε τον τίτλο του Κύριου της Εύβοιας. Μετά το θάνατο του Ιάκωβου ντ’ Αβέν, ο Βονιφάτιος, τον Αύγουστο του 1205, μοίρασε τα εδάφη της Εύβοιας σε τρεις Λομβαρδούς συμπατριώτες του (από τη Βερόνα) σε τρία μέρη ως εξής: το βόρειο τμήμα με πρωτεύουσα τους Ωρεούς (Τριτημόριο Ωρεών-Terzero del Rio), το κεντρικό με πρωτεύουσα ,κοινή και για τους τρεις βαρόνους, τη Χαλκίδα (Τριτημόριο Χαλκίδας-Terzero della Clissura) και το νότιο με πρωτεύουσα την Κάρυστο (Τριτημόριο Καρύστου-Terzero di Caristo).

Οι Φράγκοι βαρόνοι της Εύβοιας στην προσπάθεια τους να επιλύσουν τις διαφορές που είχαν μεταξύ τους, αλλά και με τον Λατίνο αυτοκράτορα της Κων/πολής και με το πριγκιπάτο της Αχαΐας, συνήψαν συμφωνίες με τους Ενετούς για τη παραχώρηση δικαιωμάτων και άλλων προνομίων. Με τον τρόπο αυτό ο έλεγχος πέρασε σιγά-σιγά στους Ενετούς οι οποίοι κυριάρχησαν στην Εύβοια κατά τον 14ο και 15ο αιώνα.
Έτσι ο πύργος των Ροβιών μπορεί να καταχωρηθεί σαν φράγκικος. Αρχικά ήταν παρατηρητήριο για προστασία από τους πειρατές. Στη συνέχεια αξιοποιήθηκε από τους Ενετούς και μετέπειτα από τους Τούρκους. Η Εύβοια καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς το 1470 και οι Ροβιές έγιναν έδρα δήμου. Ο πύργος έγινε η κατοικία του Τούρκου τσιφλικά.

Το 1832 οι Ροβιές πουλήθηκαν από τον Τούρκο ιδιοκτήτη στον Έλληνα τσιφλικά Απόστολο Δούμα.
Ο Δούμας τον επισκεύασε για να θυμίζει περισσότερο αρχοντικό του 19ου αιώνα και κατασκεύασε τις προεκτάσεις χαμηλότερα από τον κυρίως πύργο. Το 1930 ο τότε ιδιοκτήτης Αντώνης Παπαδόπουλος έκανε επίσης σημαντικές αλλαγές με τσιμεντένιες προσθήκες μετά από ένα σεισμό που κατέστρεψε μέρος του πύργου.

Όλες αυτές οι φροντίδες κατά τη μακραίωνη ιστορία του διέσωσαν τον πύργο, αλλά αλλοίωσαν τη μορφή του σε βαθμό που ελάχιστη σχέση έχει με τον αρχικό φράγκικο πύργο.

Κάστρο Σκύρου

Στο ψηλότερο σημείο της Χώρας της Σκύρου σε έναν απόκρημνο βράχο ύψους 179 μέτρων πάνω από την απεραντοσύνη του Αιγαίου.

Ο βράχος υπήρξε το επίκεντρο των γεγονότων του νησιού από τους προϊστορικούς χρόνους και τη μυθολογική εποχή . Εδώ ήταν η αρχαία ακρόπολη και η έδρα του βασιλιά Λυκομήδη. Στη θέση «Σπηλιά Ανδριώτη», σκοτώθηκε απ τον Λυκομήδη ο βασιλιάς της Αθήνας Θησέας. Εδώ κρύφτηκε ο Αχιλλέας ντυμένος γυναίκα προσπαθώντας να αποφύγει τον Τρωικό πόλεμο.

Η ακρόπολη ήταν οχυρωμένη σε όλη την κλασική περίδο και αργότερα στους Ρωμαϊκούς και τους Βυζαντινούς χρόνους.

Τον 8ο και τον 9ο μ.Χ. αιώνα η Σκύρος υπέφερε από τις επιδρομές των Σαρακηνών με αποκορύφωμα τη λεηλασία του έτους 900, οπότε μάλλον πρέπει να καταλήφθηκε και το κάστρο.

Τον 13ο αιώνα μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους σταυροφόρους το 1204, η Σκύρος πέρασε στη δικαιοδοσία των Ενετών και του Μάρκου Σανούδου, ηγέτη του Δουκάτου της Νάξου. Ο Σανούδος παρεχώρησε τη Σκύρο , μαζί με άλλα νησιά των Κυκλάδων και των Βορείων Σποράδων στους αδερφούς Ιερεμία και Ανδρέα Γκίζι.

Τους επόμενους αιώνες η Σκύρος συνέχισε να είναι υπό Ενετική κυριαρχία. Σε αντίθεση πάντως με άλλα νησιά, οι Ενετοί δεν έκαναν μεγάλη προσπάθεια για την προκοπή και την προστασία των κατοίκων. Το πρώτο μισό του 15ου αιώνα, το νησί σχεδόν ερήμωσε ξανά από τις πειρατικές επιδρομές. Συνέχισε να είναι ενετική κτήση και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους μέχρι το 1537 όταν κατακτήθηκε και λεηλατήθηκε από τον Τούρκο ναύαρχο-πειρατή Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα.

Σε όλη αυτήν την ταραγμένη περίοδο, αλλά και αργότερα μέχρι το 19ο αιώνα, το κάστρο ήταν το καταφύγιο των κατοίκων του νησιού που όλοι τους είχαν και ένα δεύτερο νοικοκυριό μέσα στο κάστρο.

Πάντως δεν φαίνεται το κάστρο να δέχτηκε σοβαρές μετατροπές και ενισχύσεις μετά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Δεν πρέπει να υπήρξε σημαντικό ούτε για τους Ενετούς ούτε για τους Τούρκους. Είναι ενδεικτικό ότι οι Τούρκοι δεν βιάστηκαν να το καταλάβουν, ενώ αποχώρησαν σχετικά γρήγορα, το 1780, μετά τα Ορλωφικά.

Το κάστρο δεν σώζεται σε καλή κατάσταση. Ένας από τους λόγους είναι ότι εδώ δεν έκαναν παρεμβάσεις οι Ενετοί (ούτε και οι Τούρκοι αργότερα) όπως σε άλλα κάστρα του Αιγαίου που διατηρούνται σε πολύ καλύτερη, σχετικά, κατάσταση.

Από την αρχαία ακρόπολη της κλασικής περιόδου υπάρχουν ελάχιστα ίχνη, κυρίως στη θεμελίωση μεταγενέστερων οχυρώσεων. Υπάρχουν ίχνη ακόμα και από την πελασγική οχύρωση. Το ερείπια που βλέπουμε σήμερα είναι κατά κύριο λόγο υπολείμματα από το Βυζαντινό κάστρο.

Οι τρεις πλευρές του είναι απόκρημνες και σχεδόν κάθετες. Μία μόνο είναι βατή και κατεβαίνει ομαλά στους χαμηλότερους λόφους που είναι κτισμένη η Χώρα.

Κατά την διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων, η Σκύρος υπήρξε τόπος εξορίας ανεπιθύμητων Βυζαντινών αρχόντων, πολλοί από τους οποίους ρίζωσαν στο νησί.

Στο κάστρο διασώζεται επιγραφή πάνω από την σιδερόπορτα:«Δια του Σεβαστού Γεωργίου του Χαιτέλη». Ο βυζαντινός άρχοντας Χαιτέλης κατασκεύασε τον πύργο μπροστά στο κάστρο και εντοίχισε τον αθηναϊκό λέοντα πάνω από το υπέρυθρο της κεντρικής εισόδου το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα.

Στο εξωτερικό τείχος διασώζονται ερείπια τεσσάρων ημικυκλικών πύργων: Ο «Άγιος Νικόλαος» και η «Αγία Παρασκευή» στην ανατολική πλευρά, ο «Παλιόπυργος» στη βορινή πλευρά και ο «Πέργος» στη δυτική.

Στο μέσο του Κάστρου, στο ψηλότερο σημείο, υπάρχει ακέραιο κτίριο, χωρίς πύλη και παράθυρα, που ονομάζεται «σκοτεινή φυλακή». Το όνομά του υπονοεί ότι ήταν φυλακή, αλλά μάλλον πρόκειται για δεξαμενή όπως μαρτυρούν και οι πήλινοι σωλήνες σε έναν από τους τοίχους.

Στο κάστρο υπάρχει και το Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου ο Αϊ-Γιώργης ο Επανωτός. Το μοναστήρι ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα από τον Νικηφόρο Φωκά (ικανοποιώντας αίτημα από το φίλο του τον Όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη) και ανακαινίσθηκε εκ βάθρων μεταξύ 1599-1602. Είναι μετόχι της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας του Αγίου Όρους.

Ο Άγιος Γεώργιος είναι ο πολιούχος της Σκύρου. Μάλιστα, σε ενετικά έγγραφα και χάρτες η Σκύρος αναφέρεται σαν Isola San Giorgio ( νησί του Αγίου Γεωργίου).

Πύργος στο Τραχήλι

Ένας από τους πιο καλοδιατηρημένους μεσαιωνικούς πύργους της Εύβοιας, υπήρξε κομβικό σημείο του δικτύου των ενετικών πύργων της Εύβοιας που είχαν μεταξύ τους οπτική επαφή.

Βρίσκεται σε περίοπτη θέση, διότι από εκεί περνούσε ο κεντρικός δρόμος που ένωνε την Κύμη με τη Χαλκίδα και μάλιστα υπήρχαν και διόδια. Από την κορυφή του μπορεί να κανείς να κατοπτεύσει όλη την περιοχή από το Αιγαίο μέχρι τον Ευβοϊκό κόλπο.

Οι διαστάσεις του πύργου είναι 7,40m x 7,60m και το ύψος του ξεπερνά τα 22 μέτρα.
Τα παράθυρα βρίσκονται στο μεσαίο και άνω τμήμα του πύργου, ενώ το κατώτερο τμήμα έφερε μόνο θυρίδες ελαφρών οπλών.
Η τοιχοδομία του είναι από ακατέργαστους και αργούς λίθους ασβέστη με πολλά μικρά κεραμίδια στα διάκενα.Το εξωτερικό του είναι εξίσου εντυπωσιακό μιας και σώζεται ο θόλος της οροφής καθώς και το εντοιχισμένο τζάκι. Τα πατώματα έχουν καταρρεύσει.
Το μεγάλο παράθυρο στην νότια πλευρά ήταν η κυρία είσοδος Η είσοδος γινόταν με κρεμαστή σκάλα.
Στην ανατολική πλευρά υπάρχει μια μεταγενέστερη αυτοσχέδια είσοδος από όπου μπορεί να μπει κανείς στο εσωτερικό με κάποια δυσκολία (έρποντας).

Ο πύργος επισκευάστηκε στη δεκαετία του 1980, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε σχετικά καλή κατάσταση.

Πύργος Τσούκας ή Πύργος Καμιήλ

Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας υπήρχαν δύο πύργοι για τον έλεγχο της ορεινής διόδου -που συμπίπτει με το σημερινό οδικό δίκτυο- που ένωνε την ανατολική ακτή της Βόρειας Εύβοιας με το Μαντούδι στην ανατολική ακτή: ο πύργος της Φαράκλας και ο πύργος της Τσούκας.

Ο πύργος βρίσκεται μέσα στο χωριό Ζωοδόχος Πηγή (παλιά ονομασία Τσούκα) δίπλα στην εκκλησία.

Είναι τετραγωνικής διατομής με μήκος πλευρών 9 μέτρα. Το ύψος του σήμερα είναι 5 μέτρα. Πιθανότατα χτίστηκε το 14ο αιώνα.

Κάστρο Ωρεών

Σε λόφο πάνω από τους Ωρεούς, στη βόρεια Εύβοια, βρίσκονται τα ερείπια του κάστρου των Ωρεών. Σύμφωνα με τον μύθο, ο λόφος είναι τεχνητός, όπου χιλιάδες άνθρωποι για χρόνια κουβαλούσαν χώμα. Είχαν αφήσει δύο υπόγειες μυστικές εισόδους για το κάστρο, αδύνατο να τις βρει ο εχθρός. Ακόμα και οι ίδιοι, αν ήταν βράδυ δεν μπορούσαν να τις βρουν.

Σύμφωνα με ανασκαφές που έχουν λάβει χώρα στο λόφο, εδώ βρισκόταν η μία από τις δύο ακροπόλεις που υπήρχαν στους Ωρεούς τον 4ο αιώνα π.Χ. Τότε ήταν και τα χρόνια της ευημερίας για την πόλη, όπου και ήταν το πνευματικό κέντρο της βόρειας Εύβοιας, και ένα από τα πιο γνωστά κέντρα της αρχαίας Ελλάδας.

Το κάστρο ανεγέρθηκε εκ νέου επί ενετοκρατίας. Μεγάλη φήμη απέκτησε μετά το 1275, όταν το κατέλαβε ο καρυστινός ιππότης Λικάριο και το χρησιμοποιούσε ως ορμητήριό του κατά των Φράγκων.

Σήμερα ο επισκέπτης δεν έχει πολλά να δει μιας και είναι εντελώς παραμελημένο και αφημένο στην τύχη του. Σώζονται τμηματικά κομμάτια οχύρωσης μέγιστου ύψους 2,5 μέτρων. Πέρα από αυτό, ο λόφος προσφέρει μοναδική θέα στη πόλη των Ωρεών.

Πηγές:geocaching.com  – kastra.eu/castlegr

Σχόλια

comments

About Halkida.gr Team

Καλώς ήρθατε στο halkida.gr! | Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: info@halkida.gr | ΧΑΛΚΙΔΑ, ΕΥΒΟΙΑ, ΝΕΑ, ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ, ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ, ΔΡΑΣΕΙΣ, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ, ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ, ΚΤΕΛ